Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ ΣΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ.



Ο ΔΙΑΣΗΜΟΣ  ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ, ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΕ ΤΗΝ ΑΡΚΑΔΙΑ.
 

Διαχρονικά είναι πολλοί εκείνοι από τους σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων, του πνεύματος, των τεχνών και όχι μόνον, από διάφορες χώρες ανα την Υφήλιο, που υπακούοντας σε μία εσωτερική τάση επισκέφθηκαν την Αρκαδία. Ένας από αυτούς είναι και ο πολύ γνωστός συγγραφέας και ποιητής Όσκαρ Γουάιλντ. Η επίσκεψη αυτή του Γουάιλντ συνέβη τότε που βρισκόταν στην Ιταλία, ως υπότροφος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης (1874-1878)… Τότε ήταν που εκμεταλεύτηκε την ευκαιρία και με πλοίο έφθασε στο Κατάκωλο, αποπλέοντας από το Μπρίντεζι και από εκεί ήρθε στην Ολυμπία, περνώντας στη συνέχεια στην Αρκαδία. Στο σύντομο αυτό ταξίδι του, μάλιστα, συνοδευόταν από τον φιλέλληνα, ιστορικό και φιλόλογο Τζων Πέτλαντ Μάχαφυ.
Πρέπει να σημειωθεί, ότι το πρόσωπο, που είχε εμπνεύσει τον Γουάιλντ ήταν η μητέρα του Τζέην Φραντσέσκα, η οποία είχε μελετήσει Ελληνικά από νεαρή ηλικία και απήγγελλε τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, ενώ ο Όσκαρ τρία χρόνια πριν επισκεφθεί την Ελλάδα είχε βραβευθεί στα Αρχαία Ελληνικά! Όπως περιγράφει ο ίδιος, «Ήμουν σχεδόν δεκάξι χρόνων όταν άρχισα να αντιλαμβάνομαι το θαύμα και το κάλλος της αρχαίας ελληνικής ζωής. Ξαφνικά, μου φάνηκε πως έβλεπα λευκές φιγούρες να ρίχνουν πορφυρές σκιές πάνω στις ηλιόλουστες παλαίστρες· ομάδες γυμνών νέων και νεαρών παρθένων να κινούνται μέσα σ’ ένα βαθύ γαλάζιο φόντο σαν να ήταν πάνω στη ζωφόρο του Παρθενώνα… Από αγάπη σε όλα αυτά, άρχισα να μελετώ ελληνικά με ενθουσιασμό και όσο πιο πολύ τα μελετούσα, τόσο περισσότερο μαγευόμουν… Από μικρός συνήθιζα να ταυτίζομαι με κάθε ξεχωριστό χαρακτήρα που διάβαζα στα βιβλία, αλλά, εκεί ανάμεσα στα δεκαπέντε με δεκάξι, παρατήρησα, με κάποια απορία, ότι μου ήταν πιο εύκολο να με φαντάζομαι ως Αλκιβιάδη ή Σοφοκλή, παρά ως Αλέξανδρο ή Καίσαρα».
Όταν επέστρεψε ο Οσκαρ Γουάιλντ στην Οξφόρδη έγραψε τις «Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις» του μέσα από τις οποίες είναι και το παρακάτω ποίημα:

Ζαφείρι ήταν η θάλασσα
κι ο ουρανός οπάλι
κι όταν σηκώσαμε πανιά
για τη στεριά τη γαλανή,
προς την Ανατολή,
τα εφυσούσε ο άνεμος
σαν μια γλυκειά πνοή.
Κι είδα απ’ την πρύμνη την ψηλή,
με βουρκωμένο μάτι,
της Ζάκυνθος κάθε ελιά,
λιθάρι και ρυάκι.
Και της Ιθάκης τους γκρεμούς,
όλους κι αυτούς τους είδα.
Και με πολλή συγκίνηση
αγνάντεψα ακόμη
και του Λυκαίου την κορυφή,
που χιόνια τη γεμίζουν,
και κάθε λόφο Αρκαδικό
που λουλούδια στολίζουν.
Κύματα έκαναν τα πανιά,
χτυπώντας τα κατάρτια,
κύματα και η θάλασσα
στα πλάγια του πλοίου,
κύματα και τα χάχανα
των κοριτσιών στην πρύμνη.
Αυτό μονάχα άκουγες
εκείνη εκεί την ώρα.
Κι όταν η δύση άρχισε
με φλόγες να φουντώνει
και σαν καράβι πύρινο
ο ήλιος στα νερά,
τότε κι εγώ ξεπήδησα
και στάθηκα, επί τέλους,
στο χώμα της Ελλάδας!
Τι χαρά!…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου